Αρχική

Δευτέρα 4 Απριλίου 2022

28. Προσευχήσου, μάνα μου, για τον εφιάλτη του κόσμου που έρχεται

 


(Ομιλία του π. Ελπιδίου στην εξόδιο ακολουθία της μητέρας του, Μαγδαληνής μοναχής, στις 01.04.2022

Δεν θα ήθελα μάνα μου σήμερα, να ξεπεράσει ο πόνος μου την χαρά της καρδιάς σου! Εγώ πονάω που σε χάνω σαν μάνα μου… αλλά στον Ουρανό χαίρονται και… μπερδεύονται τα συναισθήματα μου, ο πόνος, η στεναχώρια μου. Δεν θα είσαι πάντα δίπλα μου… αλλά βλέπω και την χαρά σου στον Ουρανό!

Έχουν μαζευτεί τόσα πολλά ουράνια παιδιά, που αγαπούσα εδώ στη γη, τα κοριτσάκια μου, τα αγοράκια μου, Γεώργιος, Δημήτριος, Σεβαστιανός, Εφραίμ, και τόσα άλλα παλικάρια που αγάπησαν τον Θεό και μαρτύρησαν για Εκείνον. Και τα κοριτσάκια μου, η Αικατερίνη μου, η Ειρήνη, η Χριστίνα, η Αγνούλα, και τόσα άλλα. Και ήρθαν όλα μαζί, και ήμουν λυπημένος και έλεγα τώρα: «Τι να κάνεις;». Μα με παρηγόρησαν και μου είπαν ότι είναι όλα μαζί σου τώρα.

Αλλά κυρίως είναι ένα υπέροχο Μωρό που είναι μαζί σου, εσένα να αγκαλιάσει και εμένα να παρηγορήσει. Το Βρέφος Ιησού που Τον αγάπησες και εσύ  πολύ και εγώ Τον λάτρεψα.

Ήταν όμως και μια άλλη υπέροχη Γυναίκα, ένα υπέροχο κορίτσι, που έλαμπε στον Ουρανό. Ήταν Αυτή που εσύ κάποτε από μικρό παιδί με παρέδωσες στα χέρια της.

«Άπειρες ευχαριστίες και άπειρη ευγνωμοσύνη για όσα έκανες για μένα»

Θυμάμαι αυτό που έλεγες ότι, όταν ήμουνα ασαράντατος ακόμα, μπήκε ο σατανάς με την μορφή μιας γριάς γυναίκας, άσχημος, με μακριά νύχια, για να με αρπάξει και εσύ είπες μια κουβέντα: «Παναγιά μου, σώσε το μωρό μου!». Και τότε εκείνος εξαφανίστηκε.

Μου το έλεγες και μου το ξαναέλεγες, για να μου τονίσεις ότι από τα μικρά μου χρόνια, η Παναγία θα ήταν η πραγματική μου Μάνα και εσύ η θεϊκή παραμάνα.

Γι’ αυτό και πριν έρθω εδώ, για να σου πω αυτά που έχει η καρδιά μου, με πολλή αγάπη να σου πω, αλλά και με πολλή ευγνωμοσύνη, πήγα μπροστά στον Χριστό και Του είπα:

«Σ’ ευχαριστώ Βασιλιά μου! Θέλω να σου πω (εκφράσω) άπειρη ευγνωμοσύνη για την μάνα που μου χάρισες! Άπειρες ευχαριστίες για τη μάνα που με ανέθρεψε!

Τώρα μου έδωσες να καταλάβω, ότι Άγιοι δεν είναι μόνο αυτοί που μαρτυρούν για τον Θεό, που μαρτυρούν για Σένα, που υποφέρουν για Σένα.

Δεν είναι μόνο οι Όσιοι που ζούνε ασκητικά μέσα στα βουνά. Αλλά μου ανέδειξες ένα άλλο τάγμα αγίων, που δεν το ήξερα. Για να είμαι ειλικρινής, δεν το ήξερα. Το τάγμα των οσίων, των αγίων, των μαρτυρικών γυναικών, που με πολλή μητρική αγάπη γεννούν τα παιδιά τους και θέλουν να τα μεγαλώσουν με ένα σκοπό: Πώς να αγαπήσουν τον Θεό».

Και εσύ αυτό έκανες σε όλη σου τη ζωή. Προσπάθησες μέσα από την ειρήνη που είχε η καρδιά σου, μέσα από τη γαλήνη που είχαν τα λόγια σου, μέσα από τον σεβασμό που είχες για το κάθε πλάσμα του Θεού, να με διδάξεις κάτι, που δεν το λέμε συχνά, που δεν το ακούμε συχνά, ότι η πιο μεγάλη αρετή είναι η ευγένεια της ψυχής.

Ήθελες να ήμουνα ευγενικός, ένα ευγενικό παλικάρι.

Ήθελες να ήμουν το βασιλόπουλο του Θεού, μια που Αυτός που αγαπούσα, ήταν ο Βασιλιάς του κόσμου.

Δεν τα ξέχασα όλα αυτά. Και τώρα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, θα τα θυμούμαι πιο πολύ.

Μάνα μου, γεννήθηκες σαν ασπρολούλουδο, έζησες σαν ασπρολούλουδο, μεγάλωσες σαν ασπρολούλουδο και τώρα έφυγες σαν ασπρολούλουδο.

Υπηρέτησες την Παναγία σαν δικό της κοριτσάκι, σαν μικρή της κοπελίτσα και Εκείνη σε προστάτευε.

Αγάπησες τον Ιησού τόσο πολύ μέσα στην καρδιά σου και ήθελες να Τον διδάσκεις όχι με τα λόγια σου, αλλά με τη ζωή σου.  

«Με δίδαξες με την σιωπή σου»

Θυμάμαι μια φορά, που είχα έρθει τότε από την Πάτμο. Ήμουνα νέος και αψύς και ήθελα πολλά πράγματα να κάνω. Ήμουνα αυστηρός. Ήμουνα όπως όλα τα παιδιά. Και εσύ έβλεπες τα λάθη και ήθελες με πολύ ευγένεια να με διδάξεις.

Τότε, θυμάμαι εκείνη την ημέρα σε εκείνο το σπιτάκι. Μου άρεσε το καλοκαίρι, και όταν επέστρεφα από την Πατμιάδα, εσύ καθόσουνα κάτω στο πάτωμα, εκεί έξω στην αυλή, και εμένα μου άρεσε να ξαπλώνω κοντά σου και να κάνω μαξιλάρι τα πόδια σου.

Τότε με δίδαξες το πιο μεγάλο μάθημα, που δεν το ξεχνώ και, πίστεψέ με, θα το διδάξω κιόλας. Έβλεπες κάποιο λάθος, που εγώ δεν έβλεπα, και είδα τα χέρια σου απαλά, μητρικά, να χαϊδεύουν το κεφάλι μου. Εγώ όμως σε ήξερα. Καμιά φορά σου έλεγα: «Μαμά μου, εγώ σε γέννησα και σε ξέρω» και εσύ γελούσες. Κατάλαβα ότι είχες διαπιστώσει κάποιο λάθος πάνω μου και ήθελες πολύ να το αλλάξω. Και τότε μαμά, όταν κατάλαβα ότι ήθελες κάτι να μου πεις, δεν σε άφησα από τον εγωισμό μου να μου το πεις, αλλά σου είπα… θυμάμαι τα λόγια:

«Αν θέλεις κάτι, μην νομίζεις ότι τα λόγια σου μπορούν να με αλλάξουν. Μόνο ο Θεός μπορεί να με αλλάξει. Το Πνεύμα του Θεού. Αν θέλεις, να πηγαίνεις στο εκκλησάκι και να προσεύχεσαι για μένα μπροστά στον Χριστό».

Σου το είπα με πολύ θράσος σαν μικρό παιδί, αλλά εσύ ξέρεις, κάθε μάνα συγχωράει εύκολα. Όμως εγώ δεν το ξέχασα, ούτε το θράσος μου, ούτε την αναίδεια μου. Πράγματι από τότε δεν σε ξαναείδα να με ξανασυμβουλεύσεις.

(Εκείνη τη στιγμή στην Εκκλησία άνοιξε βίαια και με πάρα πολύ μεγάλο θόρυβο η πλαϊνή πόρτα της εκκλησίας).

Δεν λυσσομανάει ο αέρας, καταλάβετε το. Ο σατανάς  λυσσομανάει. Άλλη μία αγία μπήκε στον Παράδεισο! Σαν αγία μπήκε. Δεν μπήκε σαν μία απλή γυναίκα. Άστον λοιπόν αυτόν να φωνάζει. 

Και έκτοτε μάνα μου, αντί να με συμβουλεύεις, σε έβλεπα…. ( Έγινε μεγάλος θόρυβος από τα κτυπήματα στην πόρτα της Εκκλησίας)

Δεν πειράζει. Σταματήστε τώρα. Εντάξει, τέλειωσε. Έχει και ο σατανάς τους φόβους του. Όταν δει ότι μια αγία γυναίκα μπαίνει στον Παράδεισο, τι θέλετε να κάνει, να γελάει; Πονάει, οδύρεται, διαμαρτύρεται, επεμβαίνει και φωνάζει και το λέει:

«Αυτή η γυναίκα με έκαψε!» Και πράγματι τον έκαψε με τον έρωτα της καρδιάς της και με την θερμή της προσευχή.

Ξέρετε ότι από τότε που της είπα: «Αν θέλεις τίποτα, θα τα λες στον Χριστό και όχι σε μένα. Μόνο Εκείνος μπορεί, επειδή ξέρει μόνο Εκείνος τους μηχανισμούς της καρδιάς μου να με βοηθήσει». Ξέρετε τι έκανε μετά; Δεν την ξαναείδα να με ξανασυμβουλεύσει. Αλλά όταν την έβλεπα να πηγαίνει στο εκκλησάκι, που πάντα όπου πήγαινα είχα ένα εκκλησάκι μέσα στο σπίτι μου, για να προσευχηθεί, ψαχνόμουνα να δω, μα τι έκανα! Τι ήταν αυτό που πρόσβαλε τον Θεό; Και το πιστεύετε, ότι με βοήθησε με την σιωπή της, παρά με τα λόγια της. 

Τότε κατάλαβα ότι η μεγαλύτερη αξία δεν είναι να μιλάει η μάνα στο παιδί, αλλά να μιλάει στον Θεό για το παιδί της.

Τότε κατάλαβα το τόσο μεγάλο αυτό πράγμα που, αν ήθελαν πολλές μάνες να προσεύχονται στο Θεό για τα παιδιά τους, σήμερα θα είχαμε πολλούς αγίους!

Αυτό ήταν ένα από τα πολλά που μου έλεγες με την σιωπή σου. Εσύ με δίδαξες με την σιωπή σου!

Σήμερα πριν έρθω εδώ πέρασα από το μοναστηράκι, φίλησα την Παναγιά μας, την οποία υπηρέτησες, και σου έφερα βρε μάνα μου δυο δώρα από Εκείνη.

Σαν κρίνο άνθησες στη γη κοντά στην Παναγιά και σου έφερα τα κρινάκια μέσα από την Παναγιά.

Αυτά είναι μικρά ασπρολούλουδα, γιατί ποτέ δεν ήθελες να είσαι ούτε τριαντάφυλλο, ούτε μεγάλο λουλούδι.

Ήθελες πάντα να ήσουνα μια αφανής μικρή μάνα που λάτρευε τον Θεό. Γι’ αυτό πήγα εκεί και σου έκοψα μερικά ασπρολούλουδα. Σου έκοψα αυτό που ήσουνα, αυτό που έζησες και αυτό που με δίδαξες. Και τώρα σου τα αφήνω, ό,τι έβγαζες μάνα μου.  Άρωμα έβγαζες απλό.

«Το μεγάλο έργο που θα επιτελέσεις τώρα από τον Ουρανό»

Ξέρω ότι και από τον Ουρανό, τώρα θα κάνεις ένα μεγάλο έργο. Δεν το ήξερα ούτε αυτό. Τώρα το έμαθα. Φεύγεις σε μια πολύ κρίσιμη στιγμή της ανθρώπινης ιστορίας, μάνα μου.

Φεύγεις τώρα εσύ για την χώρα της ειρήνης, γιατί τώρα κατεβαίνει η φωτιά του εφιάλτη σ’ αυτή τη γη, που θα χαθεί η ειρήνη, που θα χαθεί η γαλήνη.

Φεύγεις σε μια περίοδο που όλοι οι άνθρωποι θα ζήσουν κάτι, που δεν έχει ξαναζήσει η ανθρωπότητα. Φεύγεις, γιατί;

Σήμερα το πρωί είχα αγωνία. Ήξερα αυτό που είχε πει και θυμόμουνα αυτό που είχε πει ο Θεός, ότι θα φύγεις πριν τον μεγάλο πόλεμο, πριν τον παγκόσμιο πόλεμο. Και το έλεγα σε όλους, ότι η μάνα μου θα φύγει πριν αρχίσει το μεγάλο κακό. Αλλά δεν ήξερα όμως γιατί.    

Σήμερα με πήρε η Χαριτίνη μας από την Αφρική και μου είπε κάτι, που με βοήθησε να καταλάβω γιατί ο Θεός σε πήρε τώρα. Μου είπε ότι είχε πολλές στεναχώριες πιο παλιά και προσευχόταν στον Χριστό να την βοηθήσει. Και μια μέρα λέει, παρουσιάστηκε ο Χριστός, δεν ξέρω σε όραμα, στον ύπνο, ούτε και αυτή δεν μπορεί να το καθορίσει και της είπε:

«Θα σε βοηθήσω κόρη Μου, γιατί κάθε μέρα στα πόδια Μου είναι η μάνα σου και κλαίει για σένα! Κάθε μέρα είναι στα πόδια Μου η μάνα σου και κλαίει για σένα κι Εγώ θα σε βοηθήσω κόρη Μου».

Κατάλαβα τον ρόλο που θα παίξεις, αλλά και τον ρόλο που σου δίνει τώρα ο Θεός. Σου δίνει ένα ρόλο σημαντικό, να μαζέψεις όλες εκείνες τις αφανείς μανάδες. Είναι αυτό το τάγμα που σου έλεγα το μεγάλο, των Αγίων, που εγώ δεν το ήξερα.

Μπορεί να αγάπησαν πολλοί τον Θεό, και Απόστολοι και Μάρτυρες και Όσιοι, όμως κανείς δεν Τον αγάπησε τόσο πολύ, όσο η Μαμά Του. Εκείνη Τον λάτρεψε, γιατί ήταν ο Γιός της! Ο μοναχογιός της! Το Μωρό της! Ο Βασιλιάς της! Ο Άγγελος της!  

Κατάλαβα ότι η πιο μεγάλη αγιότητα είναι να αγαπάς με μητρικό τρόπο, θεϊκά, πολύ ευσπλαχνικά. 

Μέχρι τώρα μάνα μου, ήσουν μάνα μου. Έτσι όπως το ακούς, δικιά μου μάνα.  Μα τώρα δεν θα είσαι πια μονάχα δική μου μάνα. Θα είσαι μάνα για πολλά παιδιά στον Ουρανό, γιατί από τον Ουρανό τώρα σου δίνει ο Θεός έναν άλλο ρόλο, να μαζέψεις όλες εκείνες τις μανάδες, τις κρυφές αγίες, να τις μαζέψεις, για να προσευχηθείτε, όχι πλέον σαν μάνα ενός συγκεκριμένου ανθρώπου, αλλά σαν παγκόσμιες μάνες για όλα αυτά τα παιδάκια που χάνονται σήμερα. Να παρακαλέσεις τον Θεό στα πόδια Του, όπως Εκείνος είπε. Να κλάψετε στα πόδια Του, εκεί στον Ουρανό, και να Του πείτε:

«Ιησού μου, σπλαχνίσου τον κόσμο σου! Σπλαχνίσου όλα αυτά τα παιδιά που χάνονται, όλους αυτούς τους ανθρώπους που μένουν μακριά Σου».

Και ξέρει Εκείνος, ότι δεν μπορεί να αντισταθεί στην απαίτηση μιας μάνας που κλαίει. Ξέρει Εκείνος τι σημαίνει μάνα, γιατί μια μάνα Τον αγκάλιασε! Μια μάνα Τον λάτρεψε! Μια μάνα Τον φώναξε: «Γιε μου! Μωρό μου! Αγάπη μου! Λατρεία μου! Άγγελέ μου!». Του είπε τόσα πολλά, όλα αυτά που ξέρει να πει μια μάνα στο μωρό της. Ο Ιησούς ποτέ δεν ξέχασε την Μάνα Του. Γι’ αυτό και ενώ έχουμε πάρα πολλούς Αγίους, όμως μια είναι η Παναγία. Μόνο μια, η Μάνα Του!

Γι’ αυτό εύχομαι μάνα μου, να παίξεις τώρα τον άλλο ρόλο που σου χαρίζει ο Θεός, μαζί με όλες τις τρυφερές μάνες στον Ουρανό. Να μαζευτείτε όλες οι μάνες στον Ουρανό και να γονατίσετε στα πόδια Του και να κλάψετε για αυτό που έρχεται, γιατί αυτό που έρχεται είναι οδυνηρό, μάνα μου. Είναι οδυνηρό. Πολύ οδυνηρό! Δεν έχει ξανασυμβεί.     

«Προσευχήσου μάνα μου, για το μεγάλο κακό που έρχεται στην ανθρωπότητα»

Αίμα θα απλωθεί παντού, πάνω σε έθνη, σε χώρες, σε κράτη. Και θα γεμίσει η γη, οι πεδιάδες, τα όρη και τα βουνά από αίμα, από την ανθρώπινη φυλή.

Από την αλαζονεία της ανθρώπινης φυλής, που θα προκαλέσουνε ψυχοπαθείς παγκόσμιοι ηγέτες, που σαν το κολιέ ενωμένοι όλοι μαζί στον λαιμό της πενταρχίας του σκότους, έχουν πάρει εντολή και διαταγή να αιματοκυλίσουν τον κόσμο.

Γι’ αυτό ο ρόλος σου δεν είναι απλός. Δεν πήγες στον Ουρανό τώρα για να ξεκουραστείς. Τώρα αρχίζει η δουλειά σου. Καλά μου τα είπες: «Τώρα αρχίζει το έργο μου, γιέ μου».

Εκεί λοιπόν θα προσευχηθείτε με όλες τις μάνες του Ουρανού και με όλους τους αγίους που αγάπησα, που αγάπησες, που αγαπήσαμε.

Να προσευχηθείς γιατί τα μάτια μου, μάνα μου, δεν έχουν κουραστεί ακόμα πληγωμένα να βλέπουν εικόνες φριχτές από αυτές που έρχονται τώρα.

Να προσευχηθείς, μάνα μου, οι ηγέτες αυτοί που δεν έχουν καταλάβει τι κακό κάνουνε, να κρατήσουν ουδετερότητα σ’ αυτό το μεγάλο κακό, τον πόλεμο που έρχεται.

Γιατί; Γιατί όσα κράτη δεν θα κρατήσουν ουδετερότητα και θα μπουν στον πόλεμο, απλά θα καταστραφούν. Όσα κράτη, όσοι ηγέτες θα κρατήσουν ουδετερότητα στον πόλεμο, απλά θα πεινάσουν. Μόνο θα πεινάσουν. Αλλοίμονο όμως στα άλλα.

Μάνα μου, σου ζητώ να προσευχηθείς για την ειρήνη του κόσμου. Εκεί που πήγες τώρα ψηλά, σε νιώθω χαρούμενη και δεν θέλω να σε πληγώσω με όλα αυτά, που τα δικά μου μάτια βλέπουν.

Βλέπουν καταστροφές, μάνα μου! Οι Σκανδιναβικές χώρες θα καταστραφούν, λυπάμαι την Γεωργία, λυπάμαι την Πολωνία, λυπάμαι την Βουλγαρία, λυπάμαι την Ρουμανία, λυπάμαι την Γαλλία, λυπάμαι την Γερμανία, φωτιά και αίμα παντού! Παντού, παντού, παντού!   Οι δικές σας προσευχές μπορούν να τα αλλάξουν όλα. Είμαι πεπεισμένος για αυτό.

Και αλλοίμονο, μάνα μου, όταν από εκεί ξεφύγουν και θα αρχίσουν να κατεβαίνουν προς την Ανατολή, τότε θα κορυφωθεί το μέγα έγκλημα του Εωσφόρου.

Δεν θα στα πω τώρα αυτά μάνα μου, γιατί ενώ εγώ τα ξέρω από εικόνες που βλέπω, εσύ τώρα θα τα ξέρεις από πρώτο χέρι από τον Ιησού μας. Μόνο που δεν θα μπορείς να τα πεις σε κανέναν, γιατί δεν έχετε εντολή να το κάνετε αυτό. Μόνο εμείς που ζούμε, έχουμε εντολή να το κάνουμε αυτό.

«Η πατρίδα μας θα πεινάσει!»

Να προσευχηθείς για την πατρίδα μας, μάνα μου, γιατί θα πεινάσει! Τόση πολύ πείνα! Τόση πολύ πείνα, μάνα μου!

Μερικές φορές μου φαίνονται ψέματα όλα αυτά, αλλά… από αυτά που μου έλεγες και εσύ πως πεινάσετε τότε με τους Γερμανούς.

Δεν θέλω να πω ότι οι Γερμανοί ξανάρχονται, αν και αυτή είναι η αλήθεια, μάνα μου. Δεν ξανάρχονται οι Γερμανοί. Οι Ναζί ξανάρχονται, που απλώθηκαν σε όλα τα κράτη και διοικούν εωσφορικά τα κράτη και μας έχουνε βάλει μέσα σε μεγάλους μπελάδες.

Μάνα μου, καταλαβαίνεις τι μεγάλο ρόλο έχεις να παίξεις;

«Η δύναμη της ευχής»

Θέλω να με φωτίζεις και εσύ και να μου δίνεις την ευχή σου, γιατί με την ευχή σου… πριν λίγες μέρες, μάνα μου, δεν ξέρω ήσουν τόσο χάλια και δεν ξέρω αν σου το είπα ή όχι, έκανα έναν εξορκισμό σ’ ένα δαιμονισμένο παιδί. Και ξέρεις τι είπε, μάνα μου; Όταν ευχήθηκα σε αυτό το παιδί:

«Η ευχή μου, παιδί μου, να είναι μαζί σου και να αγαπάς τον Ιησού μας».

Ξέρεις τι μου είπε; Πήρε την φωνή ο δαίμονας και λέει:

«Εμένα θα αγαπάει! Όχι τον Ιησού! Αυτός είναι ψεύτης! Αυτός είναι κατεργάρης! Εγώ είμαι ο Χριστός ο αληθινός! Αυτός είναι ο ψεύτικος Χριστός που πιστεύετε».

Αυτά είπε μάνα μου και κατάλαβα τι έρχεται.

«Εγώ, λέει, θα σας καταστρέψω τώρα μέσα στον εγωισμό σας. Ποιος έχει δύναμη; Ποιος από όλους αυτούς τους ψευτοχριστιανούς, που λέει ότι αγαπάει τον Θεό, σηκώνει μια φορά τα χέρια του να πει: “Σε ευχαριστώ, Θεέ μου, για τον αέρα που αναπνέω! Σε ευχαριστώ για το φαγητό που τρώω!”;»

Πρώτα οι άνθρωποι κάνανε τον σταυρό τους, μάνα μου, και λέγανε: «Σε ευχαριστώ». Έπιναν νερό και το σταύρωναν. Ό,τι έκαναν, έλεγαν: “Δόξα σοι ο Θεός!”.

«Τώρα ποιος από όλους σας το λέει, απατεώνες, ψεύτες χριστιανοί;», έλεγε ο σατανάς με το στόμα (αυτού του παιδιού).

«Γι’ αυτό εγώ πήρα εξουσία, λέει, να σας τιμωρήσω τώρα. Και μου έδωσε, λέει, την εξουσία ο Ιησούς! Μου την έδωσε την εξουσία τώρα, να σας δείξω ποιος είμαι εγώ».

Και είπε και άλλα πολλά, μάνα μου.

Καταλαβαίνεις τώρα ποιος είναι ο ρόλος σου μάνα μου; Καταλαβαίνεις;

Έφυγες τη στιγμή εκείνη, την ιστορική αυτή μέρα, που η Δύση από την Ανατολή χωρίζει. Έφυγες τέτοια μέρα, που θα την θυμούνται όλα τα έθνη.  

Γι’ αυτό μάνα μου, δεν σου ζητώ μόνο να προσεύχεσαι για μένα. Δεν σου ζητώ μονάχα να σκεπάζεις με την ευχή σου εμάς. Γιατί η ευχή είναι η πιο μεγάλη δύναμη! Την ώρα που είπα σε εκείνο το δαιμονισμένο παιδάκι:

«Παιδί μου, την ευχή μου να έχεις! Να μην φοβάσαι!», άρχισε να τρέμει ο σατανάς και να φωνάζει: «Όχι! Όχι, δεν το αντέχω αυτό! Δεν μπορώ!».

Τότε κατάλαβα τι μεγάλη δύναμη είναι η ευχή!

Γι’ αυτό και θα κάνει (ο σατανάς) τους ανθρώπους στα έσχατα, να μην έχουν πνευματικούς, να μην έχουν ευχή, να μην έχουν δύναμη. Οι μάνες να μην εύχονται, μόνο να καταριούνται. Τότε είναι που θα χαλάσει μάνα μου (η κοινωνία).

Πήγαν, λέει, στον Άγιο Ιωάννη τον Ρώσο, μάνα μου, δυο να προσευχηθούνε. Και ο Ιωάννης ο Ρώσος είπε στον άγιο Ιάκωβο, τον Τσαλίκη, που ήταν τότε ηγούμενος:

«Σ’ αυτήν σηκώθηκα να την ευλογήσω». Ήταν μια οικογένεια, μια μάνα με τα παιδιά της. «Σ’ αυτά τα παιδιά σηκώθηκα και σε αυτή την μάνα για να την ευλογήσω. Την άλλη, ούτε γύρισα να την δω, γιατί καταριέται τα παιδιά της!». Και φοβήθηκα, μάνα μου.  

Καταλαβαίνεις, λοιπόν, πόσο ανάγκη έχω την ευχή σου; Καταλαβαίνεις πόσο ανάγκη έχουμε όλοι μας, να έχουμε την ευχή σου; Και όλες οι μάνες από τον Ουρανό.

«Δεν θέλω να είσαι μονάχα δικιά μου μάνα.

Θέλω να είσαι μία παγκόσμια μάνα τώρα!»

Μάνα μου, ποιος όταν μιλάει με τη μάνα του θα μπορούσε να σταματήσει, όταν η καρδιά του ξέρει πόσο την αγαπά; Κι εγώ σ’ αγαπώ μάνα μου.

Γι’ αυτό και παρακάλεσα τον Θεό, να μην αφήσει τον πόνο μου να γίνει πιο μεγάλος από την χαρά που έχεις τώρα, που είσαι στον Ουρανό, αλλά να χαρώ μαζί σου.

 Ήτανε σαφής ο Κύριος όταν έλεγε: «Μη λυπήσθε καθώς οι λοιποί οι μη έχοντες ελπίδα. Θέλω να χαίρεστε που έρχεστε κοντά Μου».

Γι’ αυτό μάνα μου, με αυτή την χαρά της καρδιάς μου, αλλά και με άπειρη ευγνωμοσύνη σε σένα, που με μεγάλωσες με πολύ λατρεία στο Θεό, με πολύ αγάπη στο Θεό, γιατί προσευχόσουνα πάντα για μένα.

Το έβλεπα, το ήξερα. Το κομποσχοινάκι σου διαλύθηκε στα χέρια σου με το να προσεύχεσαι για τον γιό σου, για την κόρη σου, για τα εγγονάκια σου. Τώρα όμως δεν θέλω να είσαι μάνα μονάχα μου δικιά μου, ούτε της αδελφής μου, ούτε των εγγονιών σου. Θέλω να είσαι μία παγκόσμια μάνα! Για όλους αυτούς που είναι εδώ και για όλα τα παιδιά του κόσμου, θα ήθελα σήμερα και σε παρακαλώ μάνα μου, να προσεύχεσαι πλέον για όλους.

«Μπορούν οι προσευχές σας να αναστείλουν το μέγεθος του κακού»

Αλλά σε ικετεύω μην ξεχάσεις αυτό που σου είπα:

·        Από τώρα, μάνα μου, μέχρι το Πάσχα, οι άνθρωποι θα ζήσουνε την σύγχυση και την αγωνία σε αυτά που έρχονται.

·        Από το Πάσχα μέχρι την Πεντηκοστή, θα ζήσουν τον εφιάλτη, τον πανικό και την απόγνωση. Δεν θα ξέρουν τι θα κάνουν με τις δουλειές τους. Θα ακριβύνουν τα πράγματα. Δεν θα έχουν να πληρώσουν το φαγητό τους. Θα γίνει αυτό που έλεγε ο Χριστός τότε στην Αφρική: «Θα σας πάρουν τα σπίτια. Δεν θα έχετε φαΐ. Δεν θα έχετε νερό. Δεν θα έχετε ρεύμα. Δεν θα έχετε πετρέλαιο». Και τα βλέπουμε μάνα μου.

·        Από την Πεντηκοστή, όμως, και μετά, μάνα μου, ξέρεις τι είπε ο Θεός; Θα αρχίσει αμέσως μετά και μέχρι τον Νοέμβριο καμένη γη! Δεν μπορώ να ξέρω τι εννοεί, αλλά με φοβίζει αυτή η λέξη «καμένη γη».

Γι’ αυτό, μάνα μου, μπορούν οι προσευχές σας να αναστείλουν το μέγεθος του κακού. Μπορούν να καταστείλουν την οργή του Θεού. Μπορούν να αποδυναμώσουν την δύναμη του Εωσφόρου. Τώρα μάνα μου αρχίζει η δουλειά σου. Να προσεύχεσαι και για μας, αλλά και για όλο τον κόσμο.

Θέλω αυτά να μου τα υποσχεθείς. Και πάνω στην υπόσχεση που θα μου δώσεις, εγώ θα σου υποσχεθώ να γίνω, όπως εσύ ονειρεύτηκες: Ένα παιδί, ένα μικρό βασιλόπουλο στον Βασιλιά μας, που η καρδιά μου θα είναι γεμάτη από τον θεϊκό Του έρωτα, που όταν θα έρθει η στιγμή να με πάρει κοντά Του και ανοίξει την καρδιά μου, δεν θα βρει τίποτα άλλο, παρά μονάχα ένα όνομα και μια μορφή: Το όνομα Του, Ιησούς, και την μορφή Του την γλυκιά, του Βασιλιά όλου του κόσμου. 

«Η ολόθερμη ευχή μου όταν θα προσκυνήσεις τον ουράνιο μας Πατέρα!»

Μάνα μου, δεν σου εύχομαι καλό ταξίδι, γιατί ήδη το κάνεις το καλό ταξίδι. Αλλά σου εύχομαι πολύ προσευχή τώρα! Σου εύχομαι να μην μας ξεχάσεις. Σε παρακαλώ, όταν θα φτάσεις στον ουράνιο μας Πατέρα, μετά από 40 μέρες που θα πάρεις την κανονική σου θέση, τότε θέλω να Του φιλήσεις το χέρι και να Του πεις:

«Όπως Σε λάτρεψα Βασιλιά μου Ιησού, έτσι και ο γιός μου Σε λατρεύει και μου ζήτησε να Σου φιλήσω το χέρι, τα τρυφερά Σου χέρια, τα βασιλικά Σου χέρια και αξίωσε τον μια μέρα η καρδιά του να Σε λατρέψει, όπως λατρεύει μια μαμά το μωρό της, γιατί είναι η πιο δυνατή τρυφερή αγάπη».

Μάνα μου, την μητρική σου ευχή ζητώ, την μητρική σου αγάπη για όλο τον κόσμο ζητώ.

Ευλόγησε όλους αυτούς που ήρθαν σήμερα εδώ, αλλά και όλους αυτούς που δεν μπόρεσαν να έρθουν. θέλω να περάσεις μαζί με όλη την ουράνια μας οικογένεια, που τώρα σε έχουνε ανάμεσα τους και μου είπανε να μην φοβούμαι και να μην στεναχωριέμαι. Οι σατανάδες τρέμουνε τον θεϊκό έρωτα όλων αυτών των παιδιών που σε κρατούν στην αγκαλιά τους, των ουράνιων μας παιδιών, των ουράνιων μας Αγίων.

Μάνα μου, θέλω να σου πω ότι σ’ αγαπώ!

Θέλω να σου εκφράσω άπειρη ευγνωμοσύνη!

Θέλω να σου πω ότι η μνήμη σου θα είναι πράγματι αιωνία, γιατί όσο ζει ο γιός σου πάντα θα θυμάται αυτή τη θεϊκή παραμάνα, που τον δίδαξε ένα πράγμα μόνο, πως να αγαπήσει τον Ιησού με όλη την δύναμη της καρδιάς του.

Θέλω να ευλογείς και την αδελφή μου και τα εγγονάκια σου και όλα τα παιδιά του κόσμου σαν δικά σου παιδιά. Από σήμερα σε ικετεύω, δεν θέλω να είσαι μάνα μου μονάχα.

Θέλω να είσαι μάνα για όλους τους ανθρώπους, για όλα τα παιδιά του κόσμου. Και μη ξεχάσεις αυτά που σου είπα για τον πόλεμο. Φοβάμαι μάνα μου κι εγώ, γι’ αυτά που βλέπουν τα μάτια μου.

«Το τελευταίο μου γλυκό φιλί»

Όλοι αυτοί θέλουν να σε φιλήσουν μάνα μου. Όμως ξέρω ότι σαν το φιλί ενός παιδιού, δεν υπάρχει πιο γλυκό πράγμα.

Γι’ αυτό θα έρθω να φιλήσω αυτό το κεφάλι που πάντα σκεφτότανε τον Ιησού!

Πάντα σκεφτόσουνα, ότι ο γιός μου θα είναι ευτυχισμένος μόνο, όταν σαν μικρή δροσοσταλίδα θα μπει μέσα στον απέραντο ωκεανό της ευσπλαχνικής αγάπης του Θεού. Αυτό δεν θα το ξεχάσω. Αμήν.  

«Οι πιο γλυκές όμορφες ευχές των εγγονιών σου»

Θα έπρεπε να σου πω μάνα μου… έλα Αγγελική, έχεις και δυο μικρά εγγονάκια τώρα. Πού είσαι Αγγελική και εσύ Κατερίνα; Έλα να διαβάσετε μαζί αυτό που της γράψατε. Έλα, αλλά από κάτω θα πείτε και τα ονόματα σας και τα δύο. Έλα, φέρε το και εσύ. Μπράβο. Έλα, πες το λοιπόν, διάβασε το εσύ.

«Σ’ αγαπάμε πάρα πολύ γιαγιάκα! Καλό Παράδεισο! Αναπαύσου εν ειρήνη! Από την εγγονή σου Αγγελική».

(Κλαίει απαρηγόρητα η Κατερίνα).

Έλα, διάβασε το εσύ Αγγελική. Διάβασε το.

«Καλό Παράδεισο γιαγιάκα μου! Σ’ αγαπάμε όλοι μας πολύ! Αναπαύσου εν ειρήνη! Πάντα θα σε σκεφτόμαστε γιαγιάκα μου! Από την εγγονή σου Αικατερίνη».

Έχεις τις πιο γλυκές όμορφες ευχές δυο αθώων παιδιών, που σαν άγγελοι θα εύχονται για σένα, πάντα ο Θεός να σου δίνει την δύναμη να μην μας ξεχνάς. Αμήν.

Την ευχή σου μάνα μου! Την ευχή σου! Την ευχή σου, να μας ευλογείς ψηλά από τον Ουρανό. Αμήν.  

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: